Το υγραέριο είναι καύσιμο φιλικό προς το περιβάλλον, γι' αυτό συχνά ονομάζεται «πράσινο καύσιμο».

Έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί από τον Πανευρωπαϊκό Οργανισμό Υγραερίου (AEGPL) δίνουν πολύ σημαντικά συμπεράσματα όσο αφορά εκπομπή Διοξειδίου του Άνθρακα, το οποίο παράγεται κατά την καύση ορυκτών καυσίμων. Συγκριτικά, το Υγραέριο με το Φυσικό Αέριο παρουσιάζουν πολύ μικρές διαφορές (κάτω από 10%). Σε σχέση όμως με τα υπόλοιπα παράγωγα του πετρελαίου , έχουμε διαφορά μεγαλύτερη από 30%, ενώ στην περίπτωση του άνθρακα και της ξυλείας, έχουμε αυξημένες κατά 40%~75% εκπομπές CO2.

Το υγραέριο συμβάλλει σημαντικά στη μείωση του φαινομένου του θερμοκηπίου, καθώς οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στη βιομηχανία και στον οικιακό τομέα είναι κατά 20% λιγότερες ανά κιλοβατώρα (kWh) από αυτές των υγρών καυσίμων, 50% χαμηλότερες από αυτές των στερεών καυσίμων των γαιανθράκων και σημαντικά χαμηλότερες από τη μέση ηλεκτρική ενέργεια στην Ευρώπη μέσω του δικτύου διανομής. Χαρακτηριστικό του μικρότερου ενεργειακού αποτυπώματος του υγραερίου είναι η ελάττωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε ένα μέσο σπίτι κατά 1,5 τόνο (περίπου 25%) το χρόνο.

Το υγραέριο δεν περιέχει βαρέα μέταλλα που συναντάμε στα υγρά παράγωγα του αργού πετρελαίου (ντίζελ και το μαζούτ), όπως ο Ψευδάργυρος (Zn), ο Μόλυβδος (Pb), το Βανάδιο (Vn) και το Νικέλιο (Ni). Σε υψηλές θερμοκρασίες καύσης, αυτές οι ουσίες ευθύνονται για την οξείδωση των μετάλλων (σε λέβητες, σωληνώσεις κτλ.), ενώ είναι βλαβερές και για το περιβάλλον και τον ανθρώπινο οργανισμό.